|
Σεβαστιανός Μοιρασγεντής Κύριος Ερευνητής Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών seba@meteo.noa.gr Η κλιματική αλλαγή αναγνωρίζεται πλέον ως ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο, οι πολυδιάστατες επιπτώσεις του οποίου δεν αφορούν μόνο στο μακρινό μέλλον, αλλά εξελίσσονται ήδη, επηρεάζοντας δισεκατομμύρια ανθρώπους και το σύνολο των οικοσυστημάτων σε όλο τον πλανήτη. Με βάση τα ευρήματα της 4ης Έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για το Κλίμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (IPCC) που δημοσιεύθηκαν το 2007, η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι αδιαμφισβήτητη, αφού ενόργανες παρατηρήσεις ήδη καταδεικνύουν την αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας στην ατμόσφαιρα και στους ωκεανούς, τους ταχύτατους ρυθμούς τήξης των πάγων και την αύξηση της στάθμης των θαλασσών. Είναι δε αποτέλεσμα των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την έκλυση των λεγόμενων αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ - διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, υποξείδιο του αζώτου, χλωροφθοράνθρακες, υδρατμοί, κ.α.) και όχι απόρροια της φυσικής κλιματικής μεταβλητότητας.
Η καύση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (το σημαντικότερο αέριο του θερμοκηπίου), οι οποίες ανέρχονται περίπου στο 57% (στοιχεία 2004) των συνολικών εκπομπών ΑΦΘ. Με άλλα λόγια το κρατούν ενεργειακό μοντέλο σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες (το οποίο ως καχέκτυπο αναπαράγεται πλέον και στον αναπτυσσόμενο κόσμο), με την αλόγιστη αύξηση της ζήτησης ενέργειας η οποία καλύπτεται κατά βάση με ορυκτά καύσιμα (άνθρακας, πετρέλαιο και δευτερευόντως φυσικό αέριο), αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι αλλαγές χρήσεων γης και ο τομέας των δασών, με τις σημαντικές πιέσεις που δέχεται από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, αποτελούν επίσης σημαντική πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, οι οποίες το 2004 αποτελούσαν το 17% των συνολικών εκπομπών ΑΦΘ. Μεθάνιο και υποξείδιο του αζώτου, που επίσης αποτελούν θερμοκηπιακά αέρια, εκλύονται κατά βάση από τον τομέα της γεωργίας και δευτερευόντως από τη διαχείριση των αποβλήτων, τις βιομηχανικές διεργασίες, κλπ., και το 2004 αποτελούσαν αντίστοιχα το 14% και 8% των συνολικών εκπομπών ΑΦΘ, ενώ διάφορες άλλες δραστηριότητες συμμετέχουν με μικρότερα ποσοστά στις συνολικές εκπομπές ΑΦΘ. Το πώς θα εξελιχθεί το φαινόμενο τις επόμενες δεκαετίες, το εύρος και η ένταση των κλιματικών αλλαγών, θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματικότητα της διεθνούς κοινότητας για περιορισμό των εκπομπών ΑΦΘ, με τις αμέσως επόμενες 1-2 δεκαετίες να είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για τον πλανήτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι για περιορισμό της μέσης αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας τον 21ο αιώνα στα επίπεδα των 2,0–2,4 οC (στόχο που έχει θέσει και η Ευρωπαϊκή Ένωση), θα πρέπει οι παγκόσμιες εκπομπές ΑΦΘ (συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων αναπτυσσομένων χωρών Κίνας, Ινδίας, κλπ.) να φθάσουν το μέγιστό τους μέχρι το 2015, να επιστρέψουν το 2030 στα επίπεδα του 2000, και να μειωθούν το 2050 κατά 50-85% σε σχέση πάντα με τα επίπεδα του 2000. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για μια ολοκληρωτική ανατροπή του υφιστάμενου αναπτυξιακού και ενεργειακού μοντέλου του πλανήτη. Όπως φαίνεται και στο Σχήμα 1, όπου παρουσιάζονται οι ανά κάτοικο εκπομπές αερίων θερμοκηπίου για διάφορες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη, αν οι αναπτυσσόμενες χώρες ακολουθήσουν τα αναπτυξιακά πρότυπα των δυτικών κοινωνιών η κλιματική αλλαγή θα έχει δραματικές επιπτώσεις.  Σχήμα 1. Συγκριτική παρουσίαση των κατά κεφαλή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για διάφορες περιοχές του πλανήτη. Εύλογα βέβαια προκύπτουν τα ερωτήματα: (α) μπορούν να επιτευχθούν οι δραματικές αυτές μειώσεις στις εκπομπές ΑΦΘ που απαιτούνται για τη σταθεροποίηση του κλίματος; και (β) με τι κόστος; Σε σχέση με το πρώτο, πληθώρα μελετών που έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια καθώς και η έκθεση της IPCC καταδεικνύουν ότι υπάρχει ένα τεράστιο δυναμικό μείωσης των εκπομπών ΑΦΘ σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας (παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας, διαχείριση αποβλήτων, βιομηχανικές διεργασίες, γεωργία, δασοπονία, κλπ.). Βασικοί πυλώνες προς την κατεύθυνση μιας παγκόσμιας οικονομίας χαμηλών εκπομπών άνθρακα θεωρούνται: o Η ευρεία εφαρμογή προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας και βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας στους τομείς των κτιρίων, των μεταφορών, και της βιομηχανίας. Έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην άρση των ποικίλων εμποδίων που αποτρέπουν σήμερα την εφαρμογή τους και έχουν να κάνουν με το κανονιστικό πλαίσιο, τις δομές των αγορών, την έλλειψη πληροφόρησης από την πλευρά των καταναλωτών, την έλλειψη οικονομικών πόρων, κλπ. Στο πλαίσιο αυτό η θέσπιση κατάλληλα σχεδιασμένων οικονομικών κινήτρων για στοχευμένες παρεμβάσεις, η επικαιροποίηση και κυρίως η συστηματική παρακολούθηση του θεσμικού πλαισίου, η ενημέρωση των πολιτών, κλπ., συνιστούν βασικές υποστηρικτικές πολιτικές για την επιτυχή υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων. o Η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ). Μια σειρά από τεχνολογίες ΑΠΕ είναι πλέον ανταγωνιστικές των συμβατικών ακόμη και με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ενώ το υφιστάμενο δυναμικό ΑΠΕ μπορεί να καλύψει πολύ μεγάλο μερίδιο των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών. Προς την κατεύθυνση αυτή ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η ορθολογική τιμολόγηση των ενεργειακών πόρων. Το κόστος για παράδειγμα μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρισμού με άνθρακα δεν συνίσταται μόνο στο κόστος καυσίμου, στο κόστος συντήρησης και λειτουργίας, και στις αποσβέσεις, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει και το κόστος των επιπτώσεων προς το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία εξαιτίας της λειτουργίας της εν λόγω μονάδας, δαπάνες που εμμέσως αναλαμβάνει το κοινωνικό σύνολο. Μια τέτοια θεώρηση θα αυξήσει περαιτέρω την ελκυστικότητα των τεχνολογιών ΑΠΕ. o Ο έλεγχος των λοιπών αερίων του θερμοκηπίου και ιδιαίτερα των f-gases. Τα θερμοκηπιακά αυτά αέρια παρόλο που εκπέμπονται σε σχετικά μικρές ποσότητες, εντούτοις έχουν μεγάλη επίδραση στη δημιουργία του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής. Δεδομένου μάλιστα ότι χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε συσκευές ψύξης, κλιματισμού, κλπ., η χρήση των οποίων όλο και διευρύνεται τόσο στα κτίρια όσο και στα οχήματα, ο αποτελεσματικός έλεγχός τους είναι ιδιαίτερης σημασίας στην παγκόσμια προσπάθεια περιορισμού των εκπομπών ΑΦΘ. Όσον αφορά στο κόστος μιας τέτοιας προσπάθειας, είναι χρήσιμο να σημειωθούν τα ακόλουθα: Πολλές από τις παρεμβάσεις που ήδη αναφέρθηκαν έχουν οικονομικό όφελος για τους τελικούς καταναλωτές. Είναι η έλλειψη πληροφόρησης, η αδυναμία ανάληψης του αρχικού κόστους επένδυσης, αδυναμίες του κανονιστικού πλαισίου, κλπ., που εμποδίζουν την υλοποίησή τους. Σε μακρο-οικονομικό επίπεδο και στο χρονικό ορίζοντα του 2050, η υλοποίηση ενός τέτοιου φιλόδοξου προγράμματος για περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας μέχρι το επίπεδο των 2 oC, εκτιμάται ότι θα επιφέρει συνολική προσθετική μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ μικρότερη από 5,5%, που συνεπάγεται μείωση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ μικρότερη από 0,12%. Οι οικονομικές αυτές επιπτώσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες συγκρινόμενες με το κόστος των επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία αν δεν εφαρμοστούν μέτρα περιορισμού των εκπομπών ΑΦΘ σύμφωνα με όλες τις μελέτες που έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια. Η τελική επιλογή ανήκει στους πολίτες του κόσμου. |